Header Ads

FACENETPRO

Η ΧΑΜΕΝΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

xameni-dekaetia-anaptyjis

Το 2007 υπήρξε η τελευταία χρονιά υψηλού ρυθμού ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία (3,3% του ΑΕΠ). Από τότε, η Ελλάδα πέρασε διαδοχικά από τη βαθιά ύφεση που ακολούθησε την παγκόσμια κρίση του 2008 και τις συνέπειες του εκτροχιασμού των δημόσιων οικονομικών της, στην υποεκτίμηση της επίδρασης των περιοριστικών πολιτικών της λιτότητας στην οικονομία και βέβαια τους άφρονες και αυτοκαταστροφικούς κυβερνητικούς χειρισμούς του 2015. 

Επρόκειτο πραγματικά για μία χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη, στην οποία το εγχώριο προϊόν συρρικνώθηκε σε πρωτόγνωρα επίπεδα (σήμερα βρίσκεται περίπου στα επίπεδα του 2003), το βιοτικό επίπεδο απέκλινε από τον κοινοτικό μέσο όρο (67%), πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο απαξιώθηκε ή εγκατέλειψε τη χώρα. 

Βέβαια, σε αυτή τη δεκαετία η οικονομία πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή, αποφεύγοντας την εθνική καταστροφή μίας άτακτης χρεοκοπίας, εξάλειψε τα δίδυμα ελλείμματά της (δημοσιονομικό και εμπορικό), προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις σε ορισμένους τομείς (πχ. αγορές εργασίας). Ωστόσο, αν και απολύτως αναγκαίος, ο εξορθολογισμός των δημόσιων οικονομικών δεν επαρκεί για να τροχοδρομήσει η οικονομία στις ράγες μίας δυναμικής ανάπτυξης που θα επουλώσει τις κοινωνικές πληγές της πολύχρονης ύφεσης, κύρια αντιμετωπίζοντας το κοινωνικό ζήτημα της ανεργίας, δημιουργώντας πολυάριθμες νέες θέσεις απασχόλησης. 

Παρά την εφαρμογή διαδοχικών προγραμμάτων προσαρμογής, η ελληνική οικονομία παραμένει δέσμια των δομικών υστερήσεών της. Και οι διεθνείς οργανισμοί αναθεωρούν διαρκώς τις προβλέψεις τους για την πορεία του ΑΕΠ της χώρας προς τα κάτω. Τούτο διότι η ελληνική οικονομία αδυνατεί να αξιοποιήσει τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών της. Συνεχίζει να είναι αποκομμένη από τις ευρωπαϊκές και τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Το παραγωγικό κενό της (δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και το δυνητικό παραγόμενο προϊόν) είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ (-10,5% του ΑΕΠ).

Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητάς της δεν καλύπτεται από τη σημαντική μείωση του μισθολογικού κόστους της εργασίας. Και παρά τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων στα χρόνια της κρίσης, η οικονομία συνεχίζει να είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή μη εμπορεύσιμων αγαθών και προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας. 

Το Eurogroup, στην πρόσφατη ανακοίνωσή του για την Ελλάδα (22.1.2018), επισήμανε για ακόμη μία φορά την αναγκαιότητα της κατάρτισης μίας φιλόδοξης εθνικής ολοκληρωμένης αναπτυξιακής στρατηγικής μέχρι το τέλος του προγράμματος προσαρμογής, η οποία θα ληφθεί υπόψη κατά την επικαιροποίηση της ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους. Πρόκειται για μία συμβατική υποχρέωση που εκκρεμεί από την αρχική συμφωνία του Τρίτου Μνημονίου.

Η δυσκολία εκπλήρωσής της είναι εξηγήσιμη. Το πολιτικό κόστος αποτρέπει την ιεράρχηση στόχων, ειδικά σε μία περίοδο όπου οι περιορισμένοι πόροι οδηγούν σε αύξηση των ανταγωνισμών για την πρόσβαση σε αυτούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι συγχρηματοδοτούμενες δράσεις, το ενδιαφέρον της αξιοποίησης των οποίων περιορίζεται στην απορρόφησή τους και όχι την αποτελεσματικότητά τους.

Ωστόσο, οι πόροι των Διαρθρωτικών Ταμείων δεν μπορούν ναν αντιμετωπίζονται ως μέσο χρηματοδότησης (αναγκαίων και μη) μεσοπρόθεσμων επενδυτικών σχεδίων, ούτε βέβαια ως βραχυπρόθεσμο μέσο χρηματοδότησης μίας (αμφίβολης) αντικυκλικής πολιτικής. Είναι λοιπόν αναγκαίο να κατευθύνουμε τους διαθέσιμους πόρους προς εκείνους τους τομείς και τις δράσεις που παρουσιάζουν τις συγκριτικά μεγαλύτερες αναπτυξιακές δυνατότητες.

Να διευκολύνουμε τη δημιουργία «συστάδων ανάπτυξης» για τη διασύνδεση οικονομικών πόρων, ανθρώπινου κεφαλαίου, υποδομών και δικτύων, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, στο πλαίσιο μιας πολιτικής για τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Αντί να συνεχίζουμε την ενίσχυση χαμηλής (ή και μηδενικής) προστιθέμενης αξίας δραστηριοτήτων προς όφελος των (παλαιών και νέων) πελατειακών δικτύων.   

Σήμερα, η Ελλάδα καλείται να προωθήσει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης που θα συμβάλει στην προώθηση ενός νέου ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς παραγωγικού μοντέλου, ώστε να κεφαλαιοποιήσει τις πραγματοποιηθείσες μεταρρυθμίσεις και να εκμεταλλευτεί το σημερινό θετικό οικονομικό κλίμα στην ευρωζώνη.

Σε αντίθετη περίπτωση, η παράταση της οικονομικής στασιμότητας θα απαξιώσει τις συντελεσθείσες αλλαγές, θα ενισχύσει τη (δικαιολογημένη) κόπωση των πολιτών και ενδεχομένως θα απελευθερώσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που ενυπάρχουν σε κάθε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα απειλώντας με αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων (reform reverse).

Και τότε θα είναι απλά ζήτημα χρόνου να εμφανιστούν οι πολιτικές δυνάμεις ενός τυχοδιωκτικού λαϊκισμού που θα σύρει τη χώρα σε νέες επώδυνες περιπέτειες, όπως αυτές που γνωρίσαμε όχι πολύ καιρό πριν.

Δημήτρης Σκάλκος


*Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος. Το βιβλίο του «Αλλάζει η Ελλάδα;» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο. 

ΑΠΟ ΤΟ IN.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.